Menu
Παίκτης του Ολυμπιακού στα χαλάσματα του σεισμού!

Παίκτης του Ολυμπιακού στα χαλάσματα του σεισμού!

Ηταν σαν σήμερα, 12 Αυγούστου 1953 όταν βρέθηκε σώος στην πληγείσα από σεισμικές δονήσεις Ζάκυνθο και αφού θεωρείτο αγνοούμενος για δύο 24ωρα, ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, Θανάσης Σούλης. Μια άγνωστη, σε πολλούς, ιστορία…

Οι καταστροφικότεροι σεισμοί στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, έπληξαν το 1953 τα νησιά του Ιουνίου. Το μέγεθος ήταν 7,2 ρίχτερ με αποτέλεσμα 871 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους, 1.690 να τραυματιστούν και 145.052 να μείνουν άστεγοι. Ζάκυνθος, Ιθάκη και Κεφαλλονιά υφίστανται ολοκληρωτική καταστροφή ενώ στα χαλάσματα από τα ερείπια της Ζακύνθου εγκλωβίστηκε η παλιά δόξα του Ολυμπιακού, ο διεθνής αμυντικός Θανάσης Κίνλεϊ για τους φίλους.

Με καταγωγή από την Αγγλία, ρίζωσε στην Ελλάδα όταν μετοίκησαν πρόγονοί του εδώ. Αυτοί του κόλλησαν το «μικρόβιο» του ποδοσφαίρου και έπαιξε μπάλα, μεταξύ άλλων, στον Ολυμπιακό ως Θανάσης Σούλης, καθώς άλλαξε το όνομά του και έκανε επώνυμο το… υποκοριστικό του μικρού του ονόματος!

Βρισκόταν στη Ζάκυνθο και έκανε διακοπές όταν έγιναν οι μεγάλοι σεισμοί. Αρχικά δεν έδωσε σημασία, αλλά στη συνέχεια ένιωσε το μένος της φύσης για τα καλά στο πετσί του, με αποτέλεσμα να είναι στους αγνοούμενους.

Παίκτης του Ολυμπιακού στα χαλάσματα του σεισμού!

Είχε μιλήσει ο ίδιος για την περιπέτεια αυτή στην «Αθλητική Ηχώ», τέσσερις μέρες μετά την «περιπέτειά» του… «Ο θόρυβος ήταν τρομακτικός. Λες και μια αόρατη υποχθόνια δύναμη είχε θέσει σε ενέργεια χιλιάδες αμέτρητες κινητήρων αεροπλάνου. Αστραπιαία άρχισαν να καταρρέουν τα πάντα. Το ποδήλατό μου σκεπάστηκε, ενώ εγώ είχα δεχθεί μια μεγάλη πέτρα στο γόνατο. Έτρεξα αμέσως στην αποθήκη για να βγάλω τη μητέρα ενός φίλου. Νέα δόνηση. Δεν ήξερα πια εάν ήμουν ζωντανός ή πεθαμένος. Βγήκα με κόπο μαζί με τη γριά Αγγέλικα. Αισθανόμουν σαν χαμένος. Οι τοίχοι των σπιτιών έπεφταν με πάταγο, ενώ πελώριοι καπνοί ταξίδευαν προς τα ύψη κι έκρυβαν τον ήλιο. Ήταν ένα φρικιαστικό θέαμα. Είχες την εντύπωση πως από στιγμή σε στιγμή θα δεχόσουν, άγνωστο από πού, το μοιραίο χτύπημα».

Ο Σούλης εξιστορεί στη συνέχεια: «Σιγά σιγά η βοή έχανε την έντασή της. Ο κόσμος αναθάρρησε και έτρεξε στα ερείπια για να γλυτώσει κάτι πολύτιμο ή κάποιο δικό του άνθρωπο που διέτρεχε άμεσο κίνδυνο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή σημειώθηκε νέα δόνηση. Το ίδιο ισχυρή με την προηγούμενη. Ότι είχε μείνει όρθιο άρχισε τότε να γκρεμίζεται. Πέτρες και χώματα έπεφταν με μανία στους ανθρώπους και τους έθαβαν ζωντανούς».

Ο Θανάσης Σούλης (1928-04) ξεκίνησε το ποδόσφαιρο παίζοντας στις αλάνες και κατόπιν με τη σχολική ποδοσφαιρική ομάδα του Γυμνασίου Νίκαιας, στην ομάδα της οποίας συνυπήρξε μεταξύ άλλων με τον Νίκο Λεκατσά. Γρήγορα διακρίθηκε για τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες και το 1943, στην ηλικία των 15 ετών, εντάχθηκε στις μικρές ομάδες των υποδομών της Προοδευτικής και 2 χρόνια αργότερα το 1945, προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα, ξεκινώντας επίσημα την ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία. Το 1951 μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό. Στην ομάδα του Πειραιά παρέμεινε μέχρι το 1959 όταν και σταμάτησε οριστικά το ποδόσφαιρο, έχοντας προλάβει να συμμετάσχει σε δύο αγώνες της περιόδου 1959-60, πρώτη χρονιά της Α’ Εθνικής.

Χρίστηκε 7 φορές διεθνής με την εθνική Ελλάδας κατά το διάστημα μεταξύ 1952-57.

Με το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας ακολούθησε την προπονητική και αρχικά εργάστηκε στους Ατρόμητο Πειραιώς, Βύζαντα Μεγάρων, Προοδευτική, Αιγάλεω και Ολυμπιακό, με τον οποίο κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος της περιόδου 1967-68 και κατόπιν πέρασε από ΟΦΗ, ΑΕΛ, Καλαμάτα, Κοζάνη, Ολυμπιακό Βόλου, Πέλοπα Κιάτου, Ιωνικό Νίκαιας και Πιερικό.