Menu
Από ανάκτορα στο κτίριο της Βουλής. Η ιστορία του λόφου της Mπουμπουνίστρας

Από ανάκτορα στο κτίριο της Βουλής. Η ιστορία του λόφου της Mπουμπουνίστρας

Το επιβλητικό κτήριο της Βουλής των Ελλήνων έχει μακρά ιστορία που συνδέεται άμεσα με την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Θεμελιώθηκε μάλιστα σαν σήμερα, 25 Ιανουαρίου 1836, στον λόφο της Mπουμπουνίστρας ως λεγόταν τότε, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Φρειδερίκου Γκέρτνερ.

Αρχικά ήταν τα ανάκτορα του Όθωνα και κατόπιν του Γεωργίου Α’ και μετατράπηκε έναν αιώνα μετά την κατασκευή του σε κτίριο της Βουλής και της Γερουσίας. Σήμερα είναι η Βουλή των Ελλήνων, ένα διαχρονικό σύμβολο που αποτελεί μέρος της συλλογικής μνήμης.

Ως τοποθεσία ανέγερσης των ανακτόρων του Όθωνα επιλέχθηκε ο λόφος της Μπουμπουνίστρας. Θέση κομβική, σημείο κεντρικό της νέας πρωτεύουσας, ασφαλές και δροσερό, να αντικρίζει την Ακρόπολη και τις παρυφές της Αθήνας. Και να λέμε… πάλι καλά διότι οι Βαυαροί σύμβουλοι του Όθωνα τον παρακινούσαν να το χτίσει στην Ακρόπολη, γκρεμίζοντάς τη! Άλλωστε τότε ήταν ερείπιο, μετά την έκρηξη… Τα σχέδια κτιρίου νεοκλασικού για ανάκτορα στον βράχο της Ακρόπολης εκπόνησε ένας άλλος Βαυαρός αρχιτέκτονας, ο Λούντβιχ Λάνγκε. Ευτυχώς ο Λουδοβίκος, πατέρας του Όθωνα, αντέδρασε σε αυτή την παράλογη απόφαση και έτσι σώθηκε ο ιερός βράχος από μια τέτοια παρέμβαση…

Στις 2 Φεβρουαρίου 1836 άρχιζαν να εργάζονται στην οικοδομή 520 άτομα. Στρατός και τεχνίτες, Γερμανοί αρχιτέκτονες, Γερμανοί, Έλληνες και Ιταλοί μάστορες συνεργάστηκαν στην κατασκευή. Με την ευκαιρία αυτή ξαναλειτούργησαν και τα αρχαία λατομεία στην Πεντέλη.

Με σεβασμό στην κληρονομιά της αρχαίας Αθήνας και εδραιώνοντας τις αρχές της αναγέννησης του αστικού κλασικισμού, ο Γκέρτνερ σχεδίασε ένα λιτό, λειτουργικό και συμπαγές κτήριο. Είχε πρόσβαση από όλες τις πλευρές του, με τέσσερις εξωτερικές πτέρυγες που η καθεμία διέθετε τρεις ορόφους, μια μεσαία πτέρυγα με δύο πατώματα και δύο αυλές και κλιμακοστάσια που διευκόλυναν την επικοινωνία μεταξύ των ορόφων.

Οι πρώτοι βασιλείς, ο Όθωνας και η Αμαλία, εγκαταστάθηκαν στην νέα τους κατοικία στις 25 Ιουλίου 1843. Στο υπόγειο στεγάζονταν οι αποθήκες. Στο ισόγειο συνυπήρχαν η γραμματεία και το ανακτορικό ταμείο, το καθολικό παρεκκλήσιο του βασιλιά, το θησαυροφυλάκιο και τα μαγειρεία. Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν η αίθουσα του θρόνου, η αίθουσα τροπαίων, η αίθουσα των υπασπιστών και άλλες και τον δεύτερο όροφο καταλάμβαναν τα ιδιαίτερα διαμερίσματα των διαδόχων, του αυλάρχη και του προσωπικού των Ανακτόρων.

Παράλληλα με τα σχέδια κατασκευής του κτηρίου, ο Γκέρτνερ μελέτησε αναλυτικά και προχώρησε στο σχεδιασμό και της εσωτερικής διακόσμησης διαφόρων χώρων του κτηρίου. Συνολικά σώζονται 247 σχέδιά του, τα οποία φυλάσσονται στο Αρχιτεκτονικό Μουσείο του Πολυτεχνείου του Μονάχου.

Από ανάκτορα στο κτίριο της Βουλής. Η ιστορία του λόφου της Mπουμπουνίστρας

Με τα χρόνια έγιναν αλλαγές και επεμβάσεις στην αρχική κατασκευή μιας και υπήρξαν οι δύο μεγάλες πυρκαγιές των ανακτόρων: η πρώτη, το 1884, αποτέφρωσε το δεύτερο όροφο της βορινής πτέρυγας και η δεύτερη, και μεγαλύτερη, το 1909, κατέστρεψε ολοσχερώς την κεντρική πτέρυγα και τα αντίστοιχα σε αυτήν τμήματα της ανατολικής και δυτικής πτέρυγας και ανάγκασε τη βασιλική οικογένεια να μετακινηθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου. Παρόλο που οι βασιλείς επέστρεψαν στο κτήριο το 1912, ελάχιστες από τις εγκριθείσες μελέτες επισκευών είχαν πραγματοποιηθεί, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών.

Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου του Α΄, βασιλιάς ορκίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και βασιλικό Ανάκτορο ορίστηκε η έως τότε κατοικία του, το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο). Στα παλαιά, πλέον, ανάκτορα παρέμειναν –κατά διαστήματα- μέλη της βασιλικής οικογένειας και η βασιλομήτωρ Όλγα έως το 1922, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα.

Το 1922 αποτέλεσε τομή στην ιστορία του κτηρίου. Τότε εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια, ενώ συγχρόνως οι ιστορικές συγκυρίες το οδήγησαν σε νέες χρήσεις. Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, στεγάστηκαν στο κτήριο, μαζί με δημόσιες υπηρεσίες, που εγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση για την κάλυψη των αυξανόμενων μόνιμων αναγκών της. Έτσι, στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα στο κτήριο βρήκαν στέγη υπηρεσίες διάφορων υπουργείων και τα διαμερίσματα του βασιλιά χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία.

Με την απόφαση ανέγερσης του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, το 1928, άλλαξε η έως τότε πρόσοψη του κτηρίου σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο.

Το Νοέμβριο του 1929 η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, ύστερα από πολλές συζητήσεις στη Βουλή, αποφάσισε τη στέγασή της, μαζί με τη Γερουσία, στο κτήριο των παλαιών ανακτόρων. Οι εργασίες για τη μετατροπή του κτιρίου σε Μέγαρο Βουλής και Γερουσίας σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή, αποτέλεσαν τη ριζικότερη επέμβαση σε αυτό μετά την αρχική κατασκευή του.

Αλλαγές στην εσωτερική διακόσμηση και τη διαρρύθμιση έγιναν προκειμένου να ανταποκριθεί το κτίριο στη νέα του, εντελώς διαφορετική, χρήση. Την 1η Ιουλίου 1935 η 5η Εθνοσυνέλευση άρχισε πανηγυρικά τις εργασίες της στη νέα αίθουσα της Ολομέλειας. Από το 1935 έως σήμερα, στο κτίριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων.