Menu
Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Ελλάδα, η χώρα του παραδόξου. Μεταξύ άλλων είναι η μόνη χώρα που διαφοροποιείται σε ημερομηνίες εθνικών επετείων. Δεν θα έπρεπε να γιορτάζουμε την πτώση της Χούντας στις 24 Ιουλίου και να μην περιοριζόμαστε σε ένα… πάρτι πολιτικών που κάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον κήπο του;

Η Επανάσταση του ’21 γιορτάζεται στις 25 Μαρτίου, εκκλησιαστικό τρικ για να πέφτει μαζί με τη γιορτή του Ευαγγελισμού ενώ είχε αρχίσει εβδομάδα νωρίτερα, στη Μολδοβλαχία όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Δεν θα έπρεπε να γιορτάζουμε τη λήξη της, με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου ή λογικότερα, την ημέρα της ανακήρυξης του ελληνικού κράτους, το 1830;

Ανάλογα γιορτάζουμε και την 28η Οκτωβρίου για μια λέξη (το «όχι») που ουδέποτε εκστόμισε ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, η απάντησή του στον Ιταλό πρέσβη ήταν, στην διεθνή διπλωματική γλώσσα των γαλλικών, «alors, c’est la guerre» (σ.σ. Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο»). Η υπόλοιπη Ευρώπη όμως γιορτάζει, όχι την αρχή, αλλά το τέλος του πολέμου, στις 9 Μαΐου! Γιορτάζει τη νίκη, εμείς την ημέρα που μας επιτέθηκε η φασιστική Ιταλία.

Για τη δε σημαντικότερη επέκταση της επικράτειάς μας, τη δεκαετία του 1910 με τους Βαλκανικούς Πολέμους, δεν γιορτάζουμε σε εθνικό επίπεδο τίποτε, μόνο στη Θεσσαλονίκη έχουν τις εκδηλώσεις της απελευθέρωσης και αυτό επειδή πέφτει ανήμερα του προστάτη Αγίου Δημητρίου (να’ σου ξανά ο εκκλησιαστικός παράγοντας).

Η πραγματική επέτειος του Εικοσιένα

1829, Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου. Η Μάχη της Πέτρας υπήρξε η τελευταία μάχη του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Έλαβε χώρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην περιοχή Πέτρα της Βοιωτίας, μεταξύ Θήβας και Λιβαδειάς, στους πρόποδες του Ελικώνα σε υψόμετρο 200 μέτρων. Σήμερα είναι χωριό του δήμου Αλιάρτου, της περιφερειακής ενότητας Βοιωτίας.

Στη μάχη αυτή ο Δημήτριος Υψηλάντης, διοικητής ενός ελληνικού στρατιωτικού σώματος καθήλωσε ένα τουρκικό στράτευμα και οριστικοποίησε την εκκένωση της ανατολικής Στερεάς από τους Τούρκους – πλην της Ακρόπολης.

Την εποχή εκείνη η Πέτρα ήταν μία στενή δίοδος, που σχημάτιζαν οι όχθες της Λίμνης Κωπαΐδας και το βουνό Ζαγαρά (Ελικών).

Εκείνο το καλοκαίρι του 1829, η Πελοπόννησος με τα νησιά και μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας είχαν απελευθερωθεί χάρη, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, στην παρουσία χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών στον Μοριά ενώ αναμενόταν να αφιχθεί ως κυβερνήτης, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο οποίος είχε πληροφορίες ότι στο μελλοντικό ελληνικό κράτος θα συμπεριλαμβάνονταν «όσες περιοχές θα είχαν απελευθερωθεί δι’ ιδίων δυνάμεων», άρα στόχος ήταν ως την υπογραφή της τελικής συμφωνίας (ανάμεσα σε Ελλάδα, ξένες δυνάμεις και Οθωμανούς) να απελευθερωθούν όσα περισσότερα εδάφη γινόταν.

Ωστόσο το ντοβλέτι δεν κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια. Τον Αύγουστο του ‘29 ο Τουρκαλβανός πολέμαρχος Ασλάν Μπέης Μουχουρδάρης, σταλμένος από τη Λάρισα με 4.000 άνδρες, πέρασε ανενόχλητος και διαμέσου Λαμίας και Θήβας και έφθασε στην Αθήνα. Στόχος του, να ανεφοδιάσει τη φρουρά της (μετά τον θάνατο του Γιώργου Καραϊσκάκη διαρκώς τουρκοκρατούμενης) Ακροπόλεως και στη συνέχεια να οδηγήσει στη Θράκη όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για την αντιμετώπιση του ρωσικού κινδύνου καθώς ο τσάρος είχε στείλει δυνάμεις εισβολής. Αφού συγκέντρωσε περί τους 7.000 άνδρες, άρχισε την προς βορρά πορεία του. Μαζί του ήταν και ο Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων της Αττικής.

Ο Υψηλάντης είχε πληροφορηθεί έγκαιρα τις προθέσεις των Τούρκων και επέλεξε τη στενή δίοδο της Πέτρας για να εμποδίσει το πέρασμα του εχθρού. Η ελληνική δύναμη απαρτιζόταν από περίπου 3.000 άνδρες. Μάλιστα για πρώτη φορά οι Έλληνες παρουσίασαν τακτικό στρατό, που οφείλεται στις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του Καποδίστρια, με τη δημιουργία το 1828 του Λόχου των Ευελπίδων.

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Ο τουρκικός στρατός στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση από τις ελληνικές δυνάμεις. Τα χαράματα της 12ης Σεπτεμβρίου το σύνολο των τουρκικών δυνάμεων κινήθηκε εναντίον των ελληνικών οχυρωματικών θέσεων. Ένα βήμα πριν από την εισπήδηση των οχυρωμάτων, οι Τούρκοι δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από τους Έλληνες, οι οποίοι στη συνέχεια βγήκαν από τα χαρακώματα και με τα ξίφη τους επέπεσαν επί των επιτιθεμένων. Οι άτακτοι Τουρκαλβανοί γρήγορα υποχώρησαν, παρασύροντας και τους υπόλοιπους Τούρκους, που κινδύνευαν να περικυκλωθούν.

Η Μάχη της Πέτρας, παρότι δεν επέφερε την τελειωτική ήττα του εχθρού, αποτελεί οπωσδήποτε λαμπρή νίκη των ελληνικών όπλων. Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Οι Έλληνες είχαν 3 νεκρούς και 12 τραυματίες, ενώ οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης περίπου 100 νεκρούς και 4 σημαίες.

Την επομένη της μάχης (13 Σεπτεμβρίου) ο Τούρκος διοικητής Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, που ενδιαφερόταν να εκτελέσει τις διαταγές της Πύλης και να βρεθεί στη Θράκη, προσφέρθηκε να συνθηκολογήσει με τους Έλληνες, προκειμένου να περάσει τα στενά της Πέτρας. Οι Έλληνες δέχθηκαν, υπό τον όρο να παραδώσουν την περιοχή από τη Λιβαδειά ως τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα. Έπειτα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν όλη τη μέρα, η συνθήκη υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Σεπτεμβρίου.

Ο ρόλος του Υψηλάντη

Οι Τούρκοι θα παραχωρούσαν όλη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, εκτός από την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, ανέλαβαν την υποχρέωση να αφήσουν τον εχθρό να διέλθει ακωλύτως από το στενό της Πέτρας. Και εκτέλεσαν στο ακέραιο τα συμφωνηθέντα το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1829. Την ίδια ημέρα οι ηττημένοι του ρωσοτουρκικού πολέμου, Τούρκοι, υπέγραφαν τη συνθήκη της Ανδριανούπολης με την οποία ουσιαστικά αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Η Μάχη της Πέτρας έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του ’21, που μία επίλεκτη τουρκική στρατιά συνθηκολόγησε επί του πεδίου της μάχης. Οι Τούρκοι δέχτηκαν λοιπόν να εκκενώσουν την ανατολική Στερεά Ελλάδα (σ.σ. Ρούμελη, τότε), εξαιρούμενης της Ακρόπολης των Αθηνών και του φρουρίου Καραμπαμπά.

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Σημαντικό ρόλο, έπαιξε η παρέμβαση του Κυβερνήτη για τον τερματισμό της ανταρσίας των πολεμιστών. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, έστω και στο παρά ένα, αναλογιζόμενος ίσως και το «βαρύ» όνομα της οικογένειάς του, ανέκτησε το θάρρος του και αντιμετώπισε τους Τούρκους στην Πέτρα. Οι στρατιωτικοί και διπλωματικοί του χειρισμοί εκείνο το διήμερο του 1829 στη Βοιωτία, κατέδειξαν τις ικανότητές του, που μάλλον δεν είχαν την αναγνώριση που άξιζαν. Τελείωσε έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αυτό που άρχισε 8,5 χρόνια πριν ο αδελφός του Αλέξανδρος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες…

Η ντροπιαστική σελίδα…

Στο μεταξύ, από τα τέλη Ιουλίου και τις αρχές Αυγούστου, υπήρχε ένα διογκούμενο κύμα διαμαρτυρίας των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση της καταβολής των μισθών τους και την ποιότητα του σιτηρέσιου. Ο μεγάλος αγωνιστής και ιστοριογράφος του Αγώνα, Νίκος Κασομούλης, τονίζει χαρακτηριστικά ότι κάθε 8 μέρες έφτανε στο στρατόπεδο εφοδιοπομπή φέροντας «από τον πλέον κατωτέρας ποιότητος σίτον άθλιον και πικρόν». Το γεγονός της καθυστέρησης της καταβολής των μισθών, το εκμεταλλεύθηκε και η αντιπολίτευση που διέδιδε ότι τα στρατεύματα της Δυτικής Στερεάς υπό τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, είχαν πάρει μισθούς 6 μηνών! Αυτό έκανε τον Υψηλάντη να διαμαρτυρηθεί έντονα στον Καποδίστρια (2 Αυγούστου). Ο Κυβερνήτης, κατέβαλε προσπάθειες για να λύσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί.

Ωστόσο στις 7 Αυγούστου 1989 πολλοί στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και συγκεντρώθηκαν εκεί. Άρχισαν να διαμαρτύρονται φωνάζοντας ότι οι αρχηγοί τους «δεν φροντίζουν δια τους μισθούς των, μόνο καταγίνονται εις ματαιοπονίας και συμβιβασμούς. Σύντομα, η αγανάκτηση γενικεύθηκε και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κασομούλης: «Παρουσιασθέντες όλοι, μ’ένα λίθον εις τας χείρας, ρίπτοντες αυτόν κάτω, έμπροσθεν της σκηνής του Στρατάρχου, εφώναζον: – Ανάθεμα όποιος καθίσει το βράδυ εις Θήβας!». Οι στασιαστές έφερναν κι ένα Ευαγγέλιο στο οποίο ορκίζονταν, ενώ οι πέτρες του αναθέματος σχημάτισαν ένα μικρό λόφο!

Ο Υψηλάντης και οι συνεργάτες του αιφνιδιάστηκαν. Πριν προλάβουν να κάνουν οτιδήποτε, οι στρατιώτες είχαν διασκορπιστεί προς τον Κιθαιρώνα και την Ελευσίνα, εγκαταλείποντας κανόνια, εφόδια και, μερικοί, ακόμα και τα όπλα τους! Ο Υψηλάντης έξαλλος, δεν ήθελε να φύγει προτιμώντας να αιχμαλωτιστεί ή να σφαγεί από τους Τούρκους «προς καταισχύνην του στρατού». Οι επιτελείς του μετά βίας κατάφεραν να τον πείσουν να φύγει και «να σωθεί δια την αγάπην της πατρίδος». Ακολουθούμενος από τον Ιθακήσιο αγωνιστή Διονύσιο Ευμορφόπουλο, τον Βορειοηπειρώτη οπλαρχηγό Σπυρομήλιο και τον Στερεοελλαδίτη καπετάνιο Ιωάννη Ρούκη, έφτασε στον αυχένα της Κάζας στον Κιθαιρώνα, όπου κατόρθωσε να συγκρατήσει, 600-700 αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι υπόλοιποι έτρεχαν προς τα Κούντουρα και τη Σαλαμίνα (στη Μονή Φανερωμένης βρισκόταν η έδρα του Γενικού Φροντιστηρίου) «υβρίζοντες και Κυβερνήτην και Στρατάρχην και Θεόν και Διάβολον».

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Η διάλυση του στρατοπέδου του Υψηλάντη, είχε σαν αποτέλεσμα οι Δ’ και Ε’ χιλιαρχίες των Δυοβουνιώτη και Κριεζώτη καθώς και τα υπόλοιπα τμήματα του στρατοπέδου του Ανηφορίτη, να αναγκαστούν να αποχωρήσουν προς τη Λοκρίδα, ενώ δύο μέρες αργότερα η ΣΤ’ χιλιαρχία του Μαυροβουνιώτη υποχώρησε από τον Άγιο Ιωάννη της Χασιάς στην Ελευσίνα. Και όπως αναφέρει επιγραμματικά ο Κασομούλης: «Ούτως αμείφθησαν όλαι αι αιματοβαφείσαι θέσεις άνευ τινός κινδύνου και η Ανατολική Ελλάς πάλιν εφαίνετο το παιχνίδι της τύχης του πολέμου».

Ευτυχώς οι Τούρκοι που κατείχαν θέσεις γύρω από τη Θήβα, δεν καταδίωξαν τους Έλληνες που αποχώρησαν, είτε γιατί δεν είχαν ικανή διοίκηση είτε γιατί δεν αντιλήφθηκαν την πλήρη διάλυση του στρατοπέδου του Υψηλάντη. Όμως ο Ασλάν μπέης, μπήκε ανενόχλητος στην Αθήνα, ανεφοδίασε τη φρουρά της πόλης και συγκέντρωσε τα υπόλοιπα στρατιωτικά τμήματα της Αττικής για να τα οδηγήσει στη Λάρισα. Μπορεί οι ελληνικές δυνάμεις να είχαν διαλυθεί, ήταν όμως ουσιαστικά άθικτες και καθώς η βάση της Σαλαμίνας ήταν κοντά, ανασυντάχθηκαν γρήγορα.

Ο Υψηλάντης, ενθαρρυνόμενος από τους επιτελείς του και όσους είχαν μείνει μαζί του, ακολούθησε τον δρόμο από τα Βίλια και τη Δόμβραινα και οχυρώθηκε στο στενό του Ζεμενού και το Δίστομο όπου ήδη είχε φθάσει ο Σκουρτανιώτης. Παράλληλα, με αποστολή αγγελιοφόρων στις γύρω περιοχές όπου παρέμεναν αδρανείς αρκετοί πολεμιστές, κάνοντας εκκλήσεις στη φιλοτιμία και τον πατριωτισμό τους, τους ζητούσε να επιστρέψουν. Ταυτόχρονα, ο Κριεζώτης με την Ε’ Χιλιαρχία στρατοπέδευσε στο Στεβενίκο, ενώ όσοι είχαν καταφύγει στη Σαλαμίνα, αφού πληρώθηκαν ξεκίνησαν στις 13 Αυγούστου άλλοι μέσω ξηράς και άλλοι μέσω θαλάσσης (από την Περαχώρα και τα Στραβά) να συναντήσουν τον Υψηλάντη. Συγκεντρώθηκαν στη Δόμβραινα και από εκεί, όλοι κατευθύνθηκαν στο χωριό Κουτουμουλάς (σημ. Κορώνεια) της Βοιωτίας, όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Υψηλάντης. Έτσι, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, συγκεντρώθηκαν 3.000-3.500 πολεμιστές, αποφασισμένοι να διορθώσουν τα λάθη που είχαν κάνει τον τελευταίο καιρό.

Η παράδοση της Ακρόπολης

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη και την καταστροφή του στρατού της 24ης Απριλίου 1827, πανικός κατέλαβε το Ελληνικό στρατόπεδο, το οποίο σιγά-σιγά διαλύθηκε, γιατί οι στρατιώτες άρχισαν να λιποτακτούν και δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη ούτε στους αρχηγούς, αλλά ούτε και στην κυβέρνηση. Η λιποταξία άρχισε αμέσως και εξακολούθησε αδιάκοπα. Η απαρίθμηση στις 27 Απριλίου έδειξε ότι η δύναμη του στρατού ανέρχονταν στις 3.500 άνδρες. Ο Κιουταχής την επόμενη μέρα κάλεσε τους πολιορκημένους να παραδώσουν την Ακρόπολη, αλλά αυτοί απέρριψαν την πρότασή του αλλά όχι για πολύ καιρό.

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Στην Ακρόπολη, οι πολιορκημένοι όταν είδαν την εγκατάλειψη του Φαλήρου απελπίστηκαν και έχασαν κάθε ιδέα εξόδου και σωτηρίας. Οι αρχηγοί παρουσίαζαν ψυχολογική κόπωση και, μετά από μεγάλη λογομαχία, υπερίσχυσε η περί συμβιβασμού γνώμη. Συγκεκριμένα ο Φαβιέρος ανέλαβε την πρωτοβουλία να διαπραγματευθεί για την παράδοση της Ακρόπολης με την εγγύηση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας. Ο Κόχραν ζητά τη διαμεσολάβηση του αρχηγού της γαλλικής μοίρας Δεριγνύ στη συνθήκη παράδοσης των πολιορκημένων Ελλήνων. Εγγυήτριες δυνάμεις ορίστηκαν η Αγγλία και η Γαλλία. Ο ίδιος ο Δεριγνύ ανέβηκε στην Ακρόπολη μαζί με το γραμματέα τού Κιουταχή και επίβλεψε την παράδοση.

Και πότε παραδόθηκε η Ακρόπολη στους Έλληνες; Οι Τούρκοι κατείχαν το βράχο της Ακρόπολης και την Αθήνα μέχρι την έκταση του Σταυρού, όπου βρίσκονταν κατά κάποιον τρόπο τα σύνορα ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων. Έπρεπε να περάσουν έξι μήνες από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου, για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις τον Αύγουστο του 1830, ώστε να προσδιοριστεί η αποζημίωση των Τούρκων ιδιοκτητών σπιτιών και κτημάτων στην περιοχή.

Η αλήθεια είναι ότι η Υψηλή Πύλη προθυμοποιήθηκε να ξεκινήσει συζητήσεις, με την αποστολή του Χατζή Ισμαήλ μπέη ως διαπραγματευτή της οθωμανικής πλευράς, όχι όμως και το ελληνικό κράτος, που δεν είχε χρήματα για ν’ αποζημιώσει τους Τούρκους. Έτσι, εκείνοι παρέτειναν την παραμονή τους στην Αθήνα μέχρι νεωτέρας. Μάλιστα, κάποια στιγμή το 1832 απειλήθηκε ακόμη και μάχη, όταν Τούρκοι στρατιώτες που προχώρησαν μέχρι το Χαλάνδρι συνεπλάκησαν με άνδρες του Βάσσου Δυοβουνιώτη, που ήταν ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων. Μερικοί Έλληνες σκοτώθηκαν και ο Βάσσος ετοιμαζόταν να επιτεθεί κατά της Αθήνας, όμως παρενέβη ο Γάλλος αντιπρέσβης στο Ναύπλιο, Ρουάν, ο οποίος ηρέμησε τα πνεύματα.

Έπρεπε να έρθουν οι Βαυαροί για να γίνουν προσπάθειες οριστικής απελευθέρωσης της Αθήνας από την τουρκική διοίκηση. Ένα περίπου μήνα μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 22 Φεβρουαρίου 1833 δημοσιεύτηκε διάταγμα, με το οποίο ανατέθηκε στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Παιδείας Γραμματέα της Επικρατείας, Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό, να προβεί στην κατάληψη της Αττικής και άλλων επαρχιών, που κατείχαν ακόμα οι Τούρκοι, ενώ έπρεπε να είχαν παραδοθεί στην Ελλάδα ήδη από την 31η Δεκεμβρίου 1832.

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

Πράγματι, προς εκτέλεση του παραπάνω διατάγματος, ο Ρίζος ήρθε σ’ επαφή με τους Τούρκους κατοίκους της Αθήνας, οι οποίοι αποχώρησαν το Μάρτιο του 1833, ενώ στις 31 Μαρτίου έγινε η αναχώρηση και των τελευταίων Τούρκων στρατιωτών, που έμεναν στο κάστρο της Ακρόπολης.

Οι αναμνήσεις του Νέζερ

Ο πρώτος φρούραρχος των Αθηνών, ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέζερ, πρόγονος όλων των Νέζερ της χώρας μας, περιέγραψε στα απομνημονεύματα του:

«Κατά το μεσημέρι, φθάσαμε στο μέσο του Αττικού πεδίου. Σε μικρή απόσταση από τον ελαιώνα, υψωνόταν η Ακρόπολη και ολόγυρα της ήταν η πόλη. Όλα τα λίγα σπίτια ήταν χαμηλά και πολλά από αυτά δεν ήταν παρά καλύβες, φτιαγμένες κι αυτές από τα ερείπια. Ο Ευρωπαίος δεν θα μπορούσε να ονομάσει την τότε Αθήνα, που κυκλωνόταν από μικρό τείχος, πόλη. Στην είσοδο των Αθηνών, έξω από το τείχος και πάνω σε δυο λόφους από τη μια και την άλλη μεριά του δρόμου, ήταν πλήθος Αθηναίων και μάλιστα γυναίκες. Τα κόκκινα φέσια και οι μακριές και γαλάζιες φούντες, τα πλούσια και λαμπρά ενδύματα, προ παντός δε οι ζωηρές κινήσεις εκείνων που είχαν σκαρφαλώσει στο λόφο, κοσμούσαν την εικόνα που αντικρίζαμε. Όλοι κρατούσαν κλωνάρια ελιάς και κάθε είδους λουλούδια, τα κουνούσαν και φώναζαν:

Ποια… 25η Μαρτίου; Γιατί έπρεπε σήμερα να γιορτάζεται η Επανάσταση του ‘21

– Ζήτω ο βασιλεύς! Ζήτω οι Βαυαροί!

Τη στιγμή δε που πλησιάσαμε τους λόφους, μας έριξαν τα λουλούδια και τα κλωνάρια, τόσο που αναγκαζόμασταν να κλείσουμε τα μάτια, μη μας χτυπήσουν. Εκεί περάσαμε την πόρτα του κάστρου, ακολουθούμενοι από τους Αθηναίους που ζητωκραύγαζαν και αφού πήραμε κατεύθυνση προς τα δεξιά, φθάσαμε στο Θησείο. Εκεί ήταν ο αρχιερέας (δηλ. ο Επίσκοπος Ταλαντίου) και οι ιερείς. Ο πρώτος μας ευλόγησε και εκφώνησε σύντομο λόγο. Όλα αυτά ήταν νέα και περίεργα για μας. Τα ερείπια των ναών, οι κάτοικοι που μας ζητωκραύγαζαν με χαρά, τα ρομαντικά και ποικιλόχρωμα εθνικά ενδύματα.

Το πιο περίεργο όμως όλων δεν το είχαμε δει. Αυτό ήταν οι Τούρκοι. Η αποστολή μας αποσκοπούσε στην παραλαβή από αυτούς των Αθηνών και της Ακροπόλεως και γι’ αυτό είχαμε όλοι τη μεγαλύτερη περιέργεια να δούμε τους άλλοτε μόνο εξ ακοής γνωστούς σε μας Τούρκους, που ερέθιζαν τη φαντασία μας. Αλλά η περιέργεια μας δεν είχε ακόμη ικανοποιηθεί, διότι ο Οσμάν Εφέντης, ο τελευταίος Τούρκος φρούραρχος των Αθηνών, είχε ήδη διατάξει την αναχώρηση των Τούρκων των Αθηνών και των άλλων ενόπλων και έμεινε αυτό μόνο στην Ακρόπολη με τους στρατιώτες του, για να την παραδώσει στον εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης. Γι’ αυτό και μόνο κατ’ αραιά διαστήματα, βλέπαμε κανένα σαρίκι ή κάποιον γενειοφόρο πάνω από τα τείχη της Ακροπόλεως, πράγμα το οποίο ακόμη περισσότερο ερέθιζε την φαντασία και την περιέργεια μας».

Ωστόσο, μέχρι να δοθεί η διαταγή κατάληψης της Ακρόπολης, πέρασαν αρκετές ημέρες, με τους Βαυαρούς να έχουν στρατοπεδεύσει στους πρόποδες του βράχου μέχρι το πρωί της 31ης Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, στις 9 η ώρα, όταν το βαυαρικό τάγμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Χερμπστ σκαρφάλωσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην Ακρόπολη. Στην είσοδο τους προϋπάντησε η τουρκική φρουρά, περίπου 300 στρατιώτες, τα ρούχα των οποίων ήταν άθλια και τριμμένα, ενώ είχαν σκισμένα και σαραβαλιασμένα παπούτσια. Αντίθετα, πολύ καθαρά και γυαλιστερά ήταν τα όπλα τους, κάτι μεγάλα ισπανικά τουφέκια, πιστόλια, μαχαίρια και χαντζάρια.

Σιωπηλοί και σκυθρωποί, χωρίς να νοιάζονται για την τελετή που επρόκειτο να λάβει χώρα, οι Τούρκοι στρατιώτες παρήλασαν μπροστά από τους Βαυαρούς, οι οποίοι ανέβηκαν στο πάνω μέρος της Ακρόπολης, όπου τους περίμενε ο Οσμάν Εφέντης με δυο αξιωματικούς. Ο Τούρκος φρούραρχος παρέδωσε έγγραφο της τουρκικής κυβέρνησης στον Έλληνα επίτροπο, ο οποίος ανταπέδωσε επιδίδοντας ένα έγγραφο της ελληνικής κυβέρνησης. Η παράδοση της Ακρόπολης στο ελληνικό κράτος ολοκληρώθηκε και ο Νέζερ, ως υπολοχαγός του βαυαρικού βασιλικού επικουρικού στρατού έγινε «ο πρώτος χριστιανός φρούραρχος του κεκροπείου άστεως”, όπως περιέγραψε στα απομνημονεύματα του».

Έτσι, στις 2 Απριλίου 1833, οι λιγοστοί Αθηναίοι έκαναν το πρώτο πραγματικά ελεύθερο Πάσχα…