Menu
Έκλεψε ή όχι ο Σπύρος Λούης;

Έκλεψε ή όχι ο Σπύρος Λούης;

29 Μαρτίου 1896. Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν αρχίσει στην Αθήνα από τις 25 Μαρτίου 1896 (με το παλιό ημερολόγιο), σαν σήμερα όμως έλαβε χώρα το γεγονός που τους σημάδεψε. Ο Σπύρος Λούης, ένας 23χρονος χωρικός από το Μαρούσι, θριάμβευσε στον Μαραθώνιο, το αγώνισμα που συνέδεε την αρχαιότητα με τη σύγχρονη εποχή. Με χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα, ο Λούης τερμάτισε με αρκετά μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, Χαρίλαο Βασιλάκο, ο οποίος είχε επικρατήσει στον ελληνικό προκριματικό και θεωρείτο φαβορί.

Εξαιτίας των αγωνιστικών του προσόντων, ο Λούης μπήκε από το «παράθυρο» στον αγώνα του Μαραθωνίου των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (29 Μαρτίου 1896), με την προτροπή του διοικητού του ταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλου, που ήταν και αθλητικός κριτής. Ο Λούης έτρεξε χωρίς καμία προετοιμασία και κατόρθωσε να επικρατήσει των αντιπάλων του, επευφημούμενος από 80.000 θεατές που είχαν κατακλύσει το Καλλιμάρμαρο.

Οι φήμες που κυκλοφόρησαν ότι κατά τη διάρκεια του Μαραθωνίου είχε «κλέψει», πραγματοποιώντας μέρος της διαδρομής πάνω σε κάρο, δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Ο Λούης μετά τον θρίαμβό του δεν ξανάτρεξε ποτέ κι έζησε μία ήρεμη ζωή στο Μαρούσι. Πέθανε πάμπτωχος, στις 26 Μαρτίου 1940.

Για την εξέλιξη του αγώνα των 40 και πλέον χιλιομέτρων μόνο φήμες υπήρχαν μεταξύ των θεατών. Η τελευταία εξ’ αυτών είχε σκορπίσει απογοήτευση καθώς ήθελε τον Αυστραλό Έντουιν Φλακ να προηγείται. Ώσπου ένας ιππέας καταφτάνει μεταφέροντας το χαρμόσυνο μήνυμα που σκόρπισε θύελλα ενθουσιασμό. «Έλλην!», ενημέρωσε τον κόσμο, που άρχισε να φωνάζει αυτή την λέξη ρυθμικά αναμένοντας τον επερχόμενο νικητή. Δεν τους ενδιέφερε το όνομά του, αλλά η εθνικότητά του. Και με την ιαχή «Έλλην, Έλλην» υποδέχτηκαν τον Σπύρο Λούη, ο οποίος μπήκε για να καλύψει τα τελευταία μέτρα φανερά καταπονημένος. Τερμάτισε σε 2 ώρες 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα και κέρδισε τον αγώνα. Δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει μόνο όλους τους άλλους, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, βελτιώνοντας την προηγούμενη επίδοσή του στο αγώνισμα κατά 20 ολόκληρα λεπτά!

Σχεδόν 8 λεπτά μετά τον Λούη, που πνιγόταν ακόμη στις αγκαλιές των διαδόχων του θρόνου, τερμάτιζε ο Χαρίλαος Βασιλάκος. Για πολλούς ήταν το μεγάλο φαβορί και μοναδικός Έλληνας που θα μπορούσε να κοντράρει τους ξένους δρομείς. Άλλωστε ήταν από τους λίγους συμμετέχοντες με αθλητική κουλτούρα, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν σχεδόν άγνωστο. Ο ενθουσιασμός του πλήθους διατηρήθηκε και έγινε ακόμη μεγαλύτερος, όταν αποδείχθηκε πως και ο τρίτος, ο Κώστας Μπαλόκας, ήταν επίσης συμπατριώτης.

Το μόνο μελανό σημείο στον ελληνικό θρίαμβο ήταν οι καταγγελίες του Ούγγρου Γκούλα Κέλνερ που ήθελαν τον τρίτο του αγώνα να έχει κόψει δρόμο. Ο Μπαλόκας ομολόγησε και τελικά η ιστορία έγραψε πως ο Μαγυάρος συμπλήρωσε την πρώτη τριάδα. Σύμφωνα, όμως, με το βιβλίο «Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούη» και τον συγγραφέα Ντόναλντ-Γεωργίου Μακφέιλ, υπήρξε και μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων. Όπως γράφει, όταν ο Βασιλάκος ενημερώθηκε πως είχε έρθει δεύτερος, αναρωτήθηκε πώς είχε συμβεί αυτό, αφού δεν τον είχε προσπεράσει κανείς…

Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που παραθέτει το βιβλίο, ο Βασιλάκος μετά τον αγώνα πλησίασε τον Λούη, λέγοντάς του: «Αυτό που έκανες ήταν άτιμο. Επειδή όμως δε θέλω να αμαυρώσω την ημέρα ούτε να χαλάσω τους πανηγυρισμούς που γίνονται έξω, δεν θα κάνω ένσταση. Εσένα ας σε κρίνει ο Θεός»…