Menu
Mundostories #8 Όταν ο Γκαρίντσα οργίασε στα γήπεδα της Χιλής

Mundostories #8 Όταν ο Γκαρίντσα οργίασε στα γήπεδα της Χιλής

🏆 𝟏𝟗𝟑 𝚮𝚳𝚬𝚸𝚬𝚺 𝚪𝚰𝚨 𝚻𝚶 𝚳𝚶𝚼𝚴𝚻𝚰𝚨𝚲 𝟐𝟎𝟐𝟐 🇶🇦

✍️ 🅼🆄🅽🅳🅾🆂🆃🅾🆁🅸🅴🆂 ⏳

#Story No 8 👇 𝚶𝛕𝛂𝛎 𝛐 𝚪𝛋𝛂𝛒𝛊𝛎𝛕𝛔𝛂 𝛐𝛒𝛄𝛊𝛂𝛔𝛆 𝛔𝛕𝛂 𝛄𝛈𝛑𝛆𝛅𝛂 𝛕𝛈ς 𝚾𝛊𝛌𝛈ς 

Ο Μανοέλ ντος Σάντος Φρανσίσκο Γκαρίντσα γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1933 με πρόβλημα αναπηρίας στα πόδια. Παρά την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε το αριστερό του πόδι ήταν έξι εκατοστά πιο κοντό από το δεξί. Κι όμως αυτό το πρόβλημα το έκανε ο Γκαρίντσα το σημαντικότερο πλεονέκτημά του στην ποδοσφαιρική του καριέρα. Κι αυτό γιατί οι αντίπαλοί του τον έβλεπαν να πηγαίνει … μονόπατα και δεν μπορούσαν να προβλέψουν από ποια πλευρά θα κινηθεί τελικά! Είχε λοιπόν την ευχέρεια να τους «χορεύει» και να ανοίγει διαδρόμους από εκεί που θα είχε τις … μισές πιθανότητες αν ήταν … αρτιμελής!

Ο Γκαρίντσα είχε ήδη δημιουργήσει αίσθηση στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας, αλλά σε αυτό του 1962 ήταν ο κορυφαίος των κορυφαίων – δεδομένης και της ουσιαστικής απουσίας του Πελέ.

Είναι χαρακτηριστικό το ντοκουμέντο που ο Γκαρίντσα επελαύνει κατά της μεξικάνικης εστίας και βρίσκονται μπροστά και δίπλα του ούτε ένας, ούτε δύο αλλά οκτώ αντίπαλοι (!). Το «μικρό πουλί», όπως ήταν το παρατσούκλι, του είχε και μια άλλη σπεσιαλιτέ εκτός από τις επελάσεις. Εκτελούσε άπιαστα φάουλ «μπανάνα» τα οποία είχε τελειοποιήσει για την εποχή του. Ο Γκαρίντσα έπαιξε στις Παου Γκράντε (1947-53), Μποταφόγκο (1953-65), Κορίνθιανς (1965-68 ) και Φλαμένγκο (1969). Με τη «σελεσάο» αγωνίστηκε 57 φορές και πέτυχε 15 γκολ. Πήρε μέρος σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1958, 1962, 1966).

Είχε προκαλέσει σκάνδαλο όταν εγκατέλειψε τη γυναίκα και τα 8 παιδιά του προκειμένου να παντρευτεί μια τραγουδίστρια. Είχε επίσης σοβαρά προβλήματα με την εφορία, αλλά πιο σημαντικό με το αλκοόλ. Όλοι οι παίκτες εκείνης της εθνικής Βραζιλίας έγιναν οικονομικά ευκατάστατοι και έζησαν μια τουλάχιστον αξιοπρεπή ζωή. Όλοι εκτός από τον Γκαρίντσα που πέθανε πάμφτωχος και αλκοολικός σε ηλικία 50 ετών στις 20 Ιανουαρίου του 1983.

Το 1962, στη 2η αγωνιστική, ο Πελέ (είχε προλάβει να σκοράρει μία φορά) τραυματίστηκε στον δεξιό μηρό και δεν ξαναέπαιξε στο θεσμό. Ο Γκαρίντσα επωμίστηκε το βάρος της ομάδας και ο Αμαρίλδο που αντικατέστησε το «μαύρο διαμάντι» βοήθησε τα μέγιστα στη συνέχεια.

Είχε παραμορφωμένη σπονδυλική στήλη, το δεξί του πόδι γύριζε προς τα μέσα, το αριστερό ήταν κατά 6 εκατοστά πιο κοντό από το δεξί, ήταν αλκοολικός και αρκετά αφελής. Φημολογείται ότι στην ομιλία του Βραζιλιάνου τεχνικού Αϊμόρε Μορέιρα πριν τον τελικό, ο Γκαρίντσα τον διέκοψε για να ρωτήσει: «Είναι ο τελικός αυτός;»; Οταν πήρε καταφατική απάντηση, συνέχισε: “Ω… υπάρχει τόσος πολύς κόσμος». Παρ’ όλα αυτά, ο λόγος γίνεται για τον ποδοσφαιριστή που στη Βραζιλία θεωρείται ισάξιος με τον Πελέ και που η FIFA τον ανέδειξε ανώτερο από το «μαύρο διαμάντι».

Αν και φαίνεται πως επρόκειτο για άνθρωπο με νοητική καθυστέρηση, σε ποδοσφαιρικούς όρους η μοναδική καθυστέρηση ήταν αυτή που έπληττε τους αντιπάλους του από τις ντρίμπλες του. Οι ιδιομορφίες των ποδιών του από μειονεκτήματα μετατράπηκαν σε πλεονεκτήματα, αφού ήταν αδύνατο ο παίκτης που τον μάρκαρε να προβλέψει την επόμενη κίνηση του Γκαρίντσα παρατηρώντας το σώμα του. Στα 25 του χρόνια, έχοντας ήδη την εμπειρία ενός Μουντιάλ, έστω κι αν τον επισκίασε ο Πελέ, ο Γκαρίντσα (ψευδώνυμο από έναν αδερφό του, που προέρχεται από την ονομασία ενός πουλιού με περίεργο περπάτημα) ηγήθηκε της Βραζιλίας παίζοντας στη δεξιά πτέρυγα της επίθεσης και με τέσσερα γκολ αναδείχθηκε και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης.

«Γκαρίντσα από ποιον πλανήτη είσαι;», ήταν το ερώτημα που ορθώς άσκησε η χιλιανή εφημερίδα “Mercurio” μετά την εμφάνιση του Βραζιλιάνου στα ημιτελικά κόντρα στους διοργανωτές.

Η παρουσία του στο Μουντιάλ τον κατέστησε εθνικό ήρωα και στην επιστροφή του στην πατρίδα του πολλοί γονείς του προσέφεραν τις κόρες τους! «Ο πιο εκπληκτικός δεξιός επιθετικός που γνώρισε το ποδόσφαιρο», ήταν η περιγραφή της «Equipe» για τον Γκαρίντσα, ο οποίος άφησε το καλύτερο για το τέλος της διοργάνωσης. Αμέσως μετά τον τελικό, ένας δημοσιογράφος τον πλησιάζει και του ζητά να πει αντίο στο μικρόφωνο. Ο Βραζιλιάνος χαμογελά και αναφωνεί: «Αντίο μικρόφωνο»…