Menu
Οδυσσέας Κόκκινος, ο Ελληνας… Τζορστ Μπεστ

Οδυσσέας Κόκκινος, ο Ελληνας… Τζορστ Μπεστ

Ο ποδοσφαιριστής που είχε χαρακτηριστεί ο «Έλληνας Τζορτζ Μπεστ», που αποθεώθηκε από τους οπαδούς της Ελλάς Μελβούρνη και του Αλεξάνδρου έζησε μια ζωή με αγάπη για το ποδόσφαιρο, καταχρήσεις, σφάλματα και σαν άλλος «Οδυσσέας» έμαθε ότι η ζωή είναι γεμάτη από «Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες και Σειρήνες»…

Ο Οδυσσέας Κόκκινος. Ulysses για τους φίλους.

Μεγαλώνοντας στην Κωνσταντινούπολη, ο Ulysses ήρθε σε επαφή με το ποδόσφαιρο όταν ήταν ακόμα σε μικρή ηλικία, παρόλο που ο πατέρας του ήταν ενάντια σε αυτήν την ενασχόληση. Το πανεπιστήμιο και η οικογενειακή επιχείρηση ήταν προτεραιότητα. Ο τότε αρχηγός της εθνικής Τουρκίας και θρύλος της Φενέρμπαχτσε, Λευτέρης Αντωνιάδης (Lefter), θα χτυπήσει την πόρτα των Κόκκινων ένα βράδυ ζητώντας από τον πατέρα να αφήσει τον μικρό ακόμα Οδυσσέα να «κυνηγήσει το όνειρο». Ο Γιάννης «μαλάκωσε» και ο χαρισματικός νεαρός ξεκίνησε να αγωνίζεται στον ελληνικό σύλλογο Πέρα.

Το 1964 η κρίση στις σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας φτάνουν στο απροχώρητο. Η οικογένεια αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι της, μαζί με αρκετούς ακόμα Έλληνες, λόγω του πογκρόμ που έλαβε χώρα. Το μαγαζί τους έκλεισε, οι λογαριασμοί πάγωσαν, μοναδικά υπάρχοντα το περιεχόμενο των πέντε βαλιτσών που πρόλαβαν να φορτώσουν σε ένα αεροπλάνο της Ολυμπιακής με προορισμό την Αθήνα. «Το 1964 οι Τούρκοι μας τα πήραν όλα και μας έδιωξαν από τα σπίτια μας. Ακόμα το θυμάμαι και ανατριχιάζω αλλά μέσα σε λίγες μέρες άσπρισαν τα μαλλιά του πατέρα μου από την στενοχώρια», είχε πει ο Οδυσσέας σε συνέντευξή του στο gazzetta.gr.

Φυσικά, ο ίδιος δεν εγκατέλειψε το πάθος του και το ταλέντο του αναγνωρίστηκε αμέσως από την Προοδευτική, με την οποία υπέγραψε και το πρώτο του συμβόλαιο. Ωστόσο, τίποτα δεν έμοιαζε με το σπίτι του στην Πόλη και κάπου εκεί έρχεται η μεγάλη απόφαση. Ο Κόκκινος κατεβαίνει στον Πειραιά, αγοράζει ένα εισιτήριο για το πλοίο «Πατρίς» και αναχωρεί, με προορισμό την Αυστραλία. Χωρίς μια αλλαξιά ρούχα, κρυμμένος στο αμπάρι, καθώς δεν είχε διαβατήριο, αποχωρίζεται την οικογένεια του. Όταν οι μούτσοι τον ανακάλυψαν, ήταν ήδη πολύ αργά.

Πεινασμένος, βρώμικος, παράνομος και χωρίς πλάνο βρίσκεται τρεις μέρες αργότερα στη Μελβούρνη. Εκεί γνώρισε τον «φύλακα – άγγελο» του, όπως δηλώνει. Η Σούλα, κόρη ιερέα, θα του νοικιάσει ένα δωμάτιο στο Carlton και φρόντιζε να του παρέχει φαγητό και ρούχα. Μια από τις πρώτες του κινήσεις στη νέα πόλη βέβαια, ήταν να βρει ομάδα. Η Ελλάς Μελβούρνης, σύλλογος της ομογένειας, έγινε το νέο «σπίτι» του. Εκεί συνάντησε τον θρύλο της ΑΕΚ, Κώστα Νεστορίδη, ο οποίος ήταν αρχηγός και προπονητής στην ομάδα. Ο Νεστορίδης αποτέλεσε μέντορα για τον Κόκκινο, προτού φύγει ένα χρόνο αργότερα για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αντικαταστάτης του ο Τζον Άντερσον, πρώην παίκτης της Στόουκ, που έδωσε την ευκαιρία στον Κόκκινο να κάνει το «μπαμ»! Ο 18χρονος θα σκοράρει δις μπροστά σε 23.000 κόσμο, στο Ampol Cup και κάπου εκεί το αστέρι του αυστραλιανού ποδοσφαίρου γεννιέται και το όνομα του, Ulysses Kokkinos!

Ο Νεστορίδης λίγο καιρό αργότερα θα επιστρέψει στη Μελβούρνη. Φυσικά και θα βοηθήσει τον Κόκκινο στην προπόνηση, δίνοντας του συμβουλές, αλλά και ζητώντας του να κόψει τα μακριά «άφρο» μαλλιά του. Ο ίδιος αρνήθηκε και εμφανίστηκε στον επόμενο αγώνα εναντίον της Melbourne Hungaria με την χαρακτηριστική κόμη του. Ο Νεστορίδης, έξαλλος, τον στέλνει να δει τον αγώνα από τις κερκίδες! Η Ελλάς δεν κατάφερε να σκοράρει στο πρώτο μέρος και στην ανάπαυλα μια ανακοίνωση από τα μεγάφωνα ζητάει από τον Οδυσσέα να κατέβει στα αποδυτήρια. Εκεί τον περίμενε ένας μπαρμπέρης και μια καρέκλα. Ο Κόκκινος φορά τη φανέλα και βγαίνει στον αγωνιστικό χώρο, κουρεμένος σαν πρόβατο.

Η Ελλάς κερδίζει με δύο δικά του γκολ. Στην λήξη του αγώνα δεκάδες έφηβα κορίτσια όρμησαν προς το μέρος του «Κόκκι» για να τον αγκαλιάσουν, σπρώχνοντας τα αγόρια που έψαχναν για αυτόγραφο. Κανείς δεν το έχει καταφέρει αυτό, ούτε καν ο Τζορτζ Μπεστ. Για τους Έλληνες ομογενείς, ο Οδυσσέας ήταν η ψυχαγωγία τους. Ένας ακόμα λόγος για να είναι περήφανοι για την καταγωγή τους. Κυριακές, μετά την εκκλησία έβλεπε κανείς χιλιάδες πατεράδες με τους γιους τους, να σπεύδουν τον παρακολουθήσουν από κοντά, περήφανοι ότι «αυτός είναι Έλληνας».

Στο τέλος του 1967 ο Νεστορίδης αποχωρεί εκ νέου, με τον Λου Μπρόσιτς να αναλαμβάνει. Ο πρώην προπονητής των Γιουβέντους και Μπαρτσελόνα δήλωσε σε τοπική εφημερίδα «Όταν ήμουν στη Γιούβε, κατάφερα να κοντρολάρω το κακό παιδί του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, τον Ομάρ Σίβορι, αλλά με τον Κόκκι σηκώνω τα χέρια ψηλά». Ο Έλληνας διαφωνεί, «Πίστεψε το ή όχι, κανείς προπονητής δεν μου είχε πει τι ακριβώς να κάνω, παρά μόνο να ψάχνω για ελεύθερους συμπαίκτες. Είχα ελεύθερο ρόλο».

Το 1968 ο «Κόκκι» θα επισκεφτεί για πρώτη φορά disco. Το μαλλί είχε μακρύνει, η πίστα ήταν σαν αγωνιστικός χώρος και όπως ισχυρίζεται ο ίδιος «Όλα άλλαξαν από εκείνο το βράδυ». Πίσω στην Ελλάδα, η χούντα είχε αναλάβει τα ηνία της χώρας και δυτικές επιδράσεις, όπως η ροκ μουσική, τα τζιν παντελόνια και τα μακριά μαλλιά είχαν απαγορευτεί. Ο Οδυσσέας ήταν η αντίθεση. Ένας ποδοσφαιρικός rock-star με τους δικούς του κανόνες.

Έναν χρόνο αργότερα, ο Νεστορίδης θα τον φέρει στην Ελλάδα για να αγωνιστεί με τον Ολυμπιακό. Τελικά, ο Οδυσσέας καταλήγει στον Παναθηναϊκό με την υπόθεση να φτάνει στον Άρειο Πάγο. Με τους «πράσινους», θα κάνει ταξίδι στην Αμερική για τουρνουά, με ομάδες όπως η Inter. «Κέρδισα 3 φορές στον αέρα τον Ιταλό θρύλο, Τζιασίντο Φακέτι. Ένιωθα ανίκητος!», θυμάται περήφανα. Στις εμφανίσεις του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η παρουσία γυναικείου φύλλου ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Μάλιστα, κάποιες Ελληνοαμερικανίδες τον προσκάλεσαν σε πάρτι. Παραβιάζοντας τον εσωτερικό κανονισμό, ο «Κόκκι» μαζί με τον Βασίλη Κωνσταντίνου επιστρέφουν από την έξοδό τους ξημερώματα. Μπαίνοντας στο δωμάτιο του, αντικρύζουν τον προπονητή της ομάδας, Λάκη Πετρόπουλο να τους περιμένει. «Καλημέρα όμορφα αγόρια, ελπίζω να απολαύσατε την βραδιά σας. Μην αλλάξετε ρούχα, επιστρέφετε Ελλάδα».

Το σκάνδαλο αυτό του στοίχισε αρκετά. Για την ακρίβεια δε κατάφερε ποτέ να το ξεπεράσει. Το 1971, αναλαμβάνει τον Παναθηναϊκό ο Φέρεντς Πούσκας. Ο Ούγγρος ζήτησε από τον Κόκκινο να αγωνιστεί ως αριστερό μπακ, αλλά για έναν επιθετικό με καριέρα γεμάτη γκολ, αυτό ακούστηκε σαν προσβολή. Οι σκηνές με τον Κωνσταντίνου μετά από αυτό θα μείνουν χαραγμένες, «Έχεις καταλάβει με ποιον σύλλογο αγωνίζεσαι ηλίθιε Τούρκε; Έχεις έρθει από το πουθενά και ζεις το όνειρο κάθε ελληνικού παιδιού μαλάκα!», με τον Κόκκινο να απαντά «Προτιμώ να σκοράρω για την Ελλάς Μελβούρνης παρά αυτό». Το αίτημά του για επιστροφή στην Αυστραλία δεν άργησε να έρθει, πετώντας στα σκουπίδια την ευκαιρία να αγωνιστεί με τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και το Γουέμπλεϊ λίγο καιρό αργότερα.

Στην Αυστραλία αμειβόταν καλύτερα και το κοινό στους αγώνες ήταν μεγαλύτερο από όλα τα ελληνικά κλαμπς. Το μυαλό του, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν με την Ελλάς Μελβούρνης. Παρόλα αυτά, η επιστροφή του ήταν κι αυτή επεισοδιακή. Στις διαπραγματεύσεις η ομάδα ζητούσε ο παίκτης να πληρώνεται με δόσεις, με τον ίδιο να αρνείται και να υπογράφει με τον Αλέξανδρο αφήνοντας άναυδους τους οπαδούς της Ελλάς, πρώτού επιστρέψει τελικά ένα χρόνο αργότερα.

Η εξωγηπεδική ζωή του Οδυσσέα απασχόλησε αρκετές φορές τα μίντια, με τον Fred Villiers του Soccer World να του χαρίζει το παρατσούκλι «ο νέος George Best». «Είναι τιμή μου να με αποκαλούν Τζορτζ Μπεστ. Ήξερα μπάλα, όμως πάντα μου άρεσαν τα ποτά και οι γυναίκες. Πέρασαν εκατομμύρια από τα χέρια μου και πολλές γυναίκες. Δεν θέλω να πω ονόματα γιατί κάποιες έχουν εγγόνια τώρα. Ο Λάκης Πετρόπουλος πάντως ήταν ο καλύτερος προπονητής που είχα ποτέ. Μου έλεγε πως αν έμενα θα αγωνιζόμουν στην εθνική Ελλάδας. Ασφαλώς μετάνιωσα που δεν συνέχιζα στον Παναθηναϊκό».

Η καριέρα του από εκεί και πέρα πήρε την κάτω βόλτα. Λίγο Αυστραλία, λίγο Ελλάδα, η αγάπη για τις γυναίκες και το ποτό ίδια. Πανσερραϊκός, Melbourne Juventus, Syndey Hakoah, Πανηλειακός, ήταν οι ομάδες που αγωνίστηκε πριν επιστρέψει στην Ελλάς Μελβούρνης για τελευταία φορά, κατακτώντας τον πρώτο του τίτλο. Συνολικά αγωνίστηκε 75 φορές για τον σύλλογο, πετυχαίνοντας 33 γκολ. Φόρεσε τις φανέλες 10 διαφορετικών ομάδων, στην 16χρονη καριέρα του.

Με το πέρας του 1978, οι ικανότητες του είχαν φθίνει και ευκαιρίες εξαφανίστηκαν. Μαζί με αυτές και τα χρήματα, με τον Οδυσσέα να είναι πολύ περήφανος για να ζητήσει βοήθεια. Αναπόφευκτα, μπλέκει σε σκάνδαλο ν για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 19 μηνών, εκτίοντας τους 6 από αυτούς.

Προσπάθησε να κάνει μια (ακόμα) νέα αρχή. Οι «δαίμονες» του όμως δεν τον άφησαν. Μετά το ποτό, τον τζόγο και τις γυναίκες, τα ναρκωτικά προστέθηκαν στις καταχρήσεις. Μέσω της κοκαΐνης, ο Κόκκινος βρήκε το υποκατάστατο της αδρεναλίνης που του προσέφερε το πλήθος στους αγώνες. Ο εθισμός αυτός, τον ανάγκασε να χωρίσει, να πέσει σε κατάθλιψη, πριν φυλακιστεί και πάλι, αυτή τη φορά λόγω των ναρκωτικών. Μια αρκετά δυνατή στιγμή με τον πατέρα του στην φυλακή θα του δώσει δύναμη να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Η ιστορία του Οδυσσέα δεν έχει ίχνος λογικής. Από την αγάπη για το ποδόσφαιρο, το ταλέντο, τις καταχρήσεις και τα σφάλματα έγινε ένας άνθρωπος που απόλαυσε τη ζωή και ήθελε να κάνει τους πάντες χαρούμενους. Αν μπορεί να μας διδάξει κάτι ο «Κόκκι» είναι ότι σαν άλλος «Οδυσσέας» έμαθε ότι η ζωή είναι γεμάτη από «Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες και Σειρήνες»…

Πέθανε στις αρχές του έτους. Κι αν μη τι άλλο, γλέντησε τη ζωή.