Menu
Σολ Κάμπελ, ο προδότης

Σολ Κάμπελ, ο προδότης

Σαν σήμερα, 3 Ιουλίου 2011, πραγματοποιήθηκε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μεταγραφές στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Ο Σολ Κάμπελ, μετακόμισε από την Τότεναμ στην συμπολίτισσα Άρσεναλ ως ελεύθερος, αφήνοντας τα «σπιρούνια» αναστατωμένα…

Η Τότεναμ έχασε ένα από τους καλύτερους κεντρικούς της αμυντικούς στην ιστορία της, με τον Κάμπελ να πηγαίνει στη μισητή Άρσεναλ σε μια από τις πιο συγκλονιστικές μεταγραφές στην ιστορία της Premier League. Ο Κάμπελ ήταν ο πρώτος παίκτης που πέρασε το χάσμα του Βόρειου Λονδίνου μετά τον Κέβιν Στάιντ το 1978, και ένας από τους εννέα μόνο παίκτες που μετακόμισαν από την Τότεναμ στην Άρσεναλ. Μέχρι τότε, τα ονόματα που πηγαινέρχονταν δεν ήταν βαριά (Ρόμπερτσον, Γιανγκ, Τζένινγκς), αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα και αυτό που πείραξε τους οπαδούς της Τότεναμ, ήταν ο τρόπος: ο Κάμπελ απέρριψε μια νέα προσφορά, ισχυριζόμενος ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του, η οποία ήταν 20 εκατομμύρια λίρες για τρεις σεζόν. Ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Τότεναμ, Ντέιβιντ Μπάσλερ, χαρακτήρισε τα αιτήματά του ως: «γελοία και απαράδεκτα».

Ο Κάμπελ αρνήθηκε να συνεχίσει και υπέγραψε στην Άρσεναλ με ελεύθερη μεταγραφή. Οι φίλαθλοι της ομάδας, ένιωσαν προδομένοι, τον αποκάλεσαν μισθοφόρο και δεν τον συγχώρεσαν ποτέ. Ο ίδιος στην μετά Μπόσμαν εποχή, διεκδικούσε περισσότερα χρόνια και τα βρήκε στο «Χάιμπουρι». Εκεί πανηγύρισε δύο πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ενώ αγωνίστηκε και στον τελικό του Champions League με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα όπου σκόραρε (2-1, 2005).

«Ήταν μια κίνηση που έπρεπε να κάνω», αργότερα θα ισχυρίστηκε. «Η μετάβαση στην Άρσεναλ θεωρείται μια μεγάλη πρόοδος για μένα. Τα πάντα ήταν καλύτερα στην Άρσεναλ εκείνη την εποχή, από τους παίκτες, τη διοίκηση μέχρι τη νοοτροπία του συλλόγου και τις εγκαταστάσεις. Ήθελα να βελτιωθώ τόσο ως άνθρωπος, όσο και ως ποδοσφαιριστής. Ήταν μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη κίνηση και οι οπαδοί της Τότεναμ ακόμα δεν έχουν ξεχάσει, αλλά ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω για τον εαυτό μου» έλεγε, χρόνια μετά.

Η γυναίκα, της οποίας η φωτογραφία να καίγεται και να ουρλιάζει από τον πόνο έγινε η εικόνα του πολέμου του Βιετνάμ, έλαβε την τελευταία της θεραπεία δέρματος, 50 χρόνια μετά από μια αμερικανική επιδρομή βομβαρδισμών που άλλαξε τη ζωή της για πάντα.