Menu
Mundostories #71 Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου…

Mundostories #71 Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου…

🏆 𝟏𝟑𝟎 𝚮𝚳𝚬𝚸𝚬𝚺 𝚪𝚰𝚨 𝚻𝚶 𝚳𝚶𝚼𝚴𝚻𝚰𝚨𝚲 𝟐𝟎𝟐𝟐 🇶🇦

✍️ 🅼🆄🅽🅳🅾🆂🆃🅾🆁🅸🅴🆂 ⏳

#Story No 71 👇 𝚶 𝛑𝛐𝛌𝛆𝛍𝛐ς 𝛕𝛐𝛖 𝛑𝛐𝛅𝛐𝛔𝛗𝛂𝛊𝛒𝛐𝛖…

Ως «πόλεμος του ποδοσφαίρου (σ.σ. La guerra del fútbol) ή Πόλεμος των 100 ωρών είναι γνωστός ο τετραήμερος πόλεμος του 1969 μεταξύ της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ. Αιτία του πολέμου ήταν οι τεταμένες σχέσεις των δύο χωρών λόγω πολιτικών διαμαχών κυρίως στο ζήτημα της μετανάστευσης από το Ελ Σαλβαδόρ στην Ονδούρα. Η αφορμή δόθηκε σαν σήμερα από τις έντονες ταραχές που ξέσπασαν κατά την διάρκεια του δεύτερου προκριματικού γύρου για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.

Στις 14 Ιουλίου του 1969 ο στρατός του Ελ Σαλβαδόρ επιτέθηκε στην Ονδούρα. Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών (OAS) ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός, η οποία επιτεύχθηκε στις 20 Ιουλίου, ενώ ο στρατός του Ελ Σαλβαδόρ αποσύρθηκε στις αρχές Αυγούστου.

Οι αγώνες

Η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ συναντήθηκαν σε έναν προκριματικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Υπήρξαν αψιμαχίες μεταξύ των οπαδών στο πρώτο παιχνίδι στην πρωτεύουσα της Ονδούρας, Τεγκουσιγκάλπα, στις 8 Ιουνίου του 1969, το οποίο η Ονδούρα κέρδισε με 1–0. Το δεύτερο παιχνίδι, στις 15 Ιουνίου του 1969 στην πρωτεύουσα του Ελ Σαλβαδόρ, Σαν Σαλβαδόρ, στο οποίο η γηπεδούχος επικράτησε με 3–0, ακολουθήθηκε από ακόμη μεγαλύτερη βία.

Ακολούθησε μπαράζ που πραγματοποιήθηκε στην Πόλη του Μεξικού στις 26 Ιουνίου του 1969. Το Ελ Σαλβαδόρ κέρδισε το αποφασιστικό τρίτο παιχνίδι με 3–2 στην παράταση. Την ίδια ημέρα, το Ελ Σαλβαδόρ διέκοψε όλους τους διπλωματικούς δεσμούς με την Ονδούρα, δηλώνοντας ότι «η κυβέρνηση της Ονδούρας δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία αυτών των εγκλημάτων που συνιστούν γενοκτονία ούτε έχει δώσει εγγυήσεις για αποζημίωση ή αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν στους πολίτες του Ελ Σαλβαδόρ».

Τα αίτια

Ήταν τα χρόνια που στην Λατινική Αμερική ξεφύτρωναν παντού οι περίφημες «Banana Republics». Χώρες δηλαδή που στην πράξη ανήκαν σε εταιρείες των ΗΠΑ, οι οποίες έκαναν ό,τι γούσταραν. Και φυσικά, με τη βοήθεια της CIA, ανεβοκατέβαζαν μέσω συνεχόμενων πραξικοπημάτων, κυβερνήσεις. Ο στρατηγός Οσβάλντο Λόπες Αρεγιάνο, πρόεδρος της Ονδούρας από τη μέρα που έβγαλε τα τανκς στους δρόμους κι ανέτρεψε τον προκάτοχό του, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Στην πιο πλούσια και μεγαλύτερη σε έκταση, πατρίδα του έρχονταν ολοένα και περισσότεροι μετανάστες από το σαφώς φτωχότερο και μικρότερο, αλλά με πολλαπλάσιο πληθυσμό, Σαλβαδόρ. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονταν εκεί για δεκαετίες. Είχαν παντρευτεί ντόπιες και είχαν παιδιά. Είχαν χτίσει σπίτια και είχαν στην κατοχή τους γη.

Αυτή τη γη την ήθελαν οι εταιρείες… Οι μετανάστες ήταν ο πιο εύκολος στόχος γι’ αυτές και σύντομα παραδόθηκαν στην κοινή γνώμη ως οι φταίχτες για τα προβλήματα της χώρας. Με πρόσχημα τον αναδασμό, ο στρατηγός προχώρησε σε διωγμό των γειτόνων, δημιουργώντας ένταση στις σχέσεις με το Σαλβαδόρ. Το πρώτο μεταξύ τους ματς συνοδεύτηκε από τρομερά επεισόδια στους δρόμους της πρωτεύουσας μεταξύ των οπαδών. Την ίδια ώρα χιλιάδες κάτοικοι αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια που ζούσαν για χρόνια και να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Η πλευρά του Σαλβαδόρ υποστήριξε ότι ο διωγμός συνοδεύτηκε από δολοφονίες, βιασμούς, βασανιστήρια. Ενώ κάποιοι χρησιμοποίησαν ακόμη και τον βαρύ όρο «γενοκτονία». Η ήττα με 1-0 από την Ονδούρα υπό αυτές τις συνθήκες που περιέγραφε ο Τύπος, οδήγησε σε μια ακόμη πιο βίαιη ρεβάνς. Οι ντόπιοι επιτέθηκαν στους αντίπαλους οπαδούς και οι τελευταίοι επιδόθηκαν σε καταστροφές στην πόλη.

Ο πόλεμος

Ο πρόεδρος του Σαλβαδόρ έχει διακόψει -στο μεταξύ- τις διπλωματικές σχέσεις με την Ονδούρα, επιδεινώνοντας περισσότερο το κλίμα. Περίπου δύο εβδομάδες μετά το νικηφόρο μπαράζ, πολεμικά αεροπλάνα συνοδευόμενα και από πολιτικά που έριχναν αυτοσχέδιες βόμβες, επιτέθηκαν στην πρωτεύουσα της Ονδούρας. Την ίδια ώρα κινητοποιήθηκαν και οι χερσαίες δυνάμεις οι οποίες ήταν πολύ ισχυρότερες και αριθμητικά υπέρτερες των αντιπάλων τους. Ο αμερικανικός και ο διεθνής παράγοντας ανέλαβε το ρόλο να συγκρατήσει τον στρατό του Σαλβαδόρ και μετά από διαπραγματεύσεις, υπήρξε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Όχι όμως και ειρήνη.

Στις 100 ώρες που κράτησε ο «πόλεμος του ποδοσφαίρου» οι απώλειες ανθρώπινων ζωών άγγιξαν τις 5.000. Ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία άμαχοι. Το ένα τρίτο εξ αυτών ήταν πολίτες του Σαλβαδόρ που δεν πρόλαβαν να πανηγυρίσουν την πρόκριση της εθνικής ομάδας της χώρας τους στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι υπόλοιποι ήταν υπήκοοι Ονδούρας που δεν θα κέρδιζαν ούτε σπιθαμή γης από αυτή που θα μοιραζόταν στην πατρίδα τους. Εκείνα τα γεγονότα έφεραν ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση στην περιοχή, που παρέμεινε για χρόνια δέσμια δικτατοριών κι εμφυλίων πολέμων, φυλακισμένη σε ένα φαύλο κύκλο βίας, φτώχειας, ανελευθερίας κι εξαθλίωσης. Και -φυσικά- για τίποτα από όλα αυτά δεν φταίει το ποδόσφαιρο.

Επακόλουθα

Έντεκα χρόνια μετά, στις 30 Οκτωβρίου, τα δύο κράτη υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης και έθεσαν τις συνοριακές τους διαφορές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το 1992 το Διεθνές Δικαστήριο επιδίκασε το μεγαλύτερο μέρος των αμφισβητούμενων εδαφών στην Ονδούρα και το 1998 η Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ υπέγραψαν συνθήκη οριοθέτησης των συνόρων για την εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου.

Η διαφορά συνεχίστηκε παρά την απόφαση του Διενούς Δικαστηρίου. Σε μια συνάντηση τον Μάρτιο του 2012, ο πρόεδρος Πορφίριο Λόμπο της Ονδούρας, ο πρόεδρος Οτο Πέρεζ της Γουατεμάλας και ο πρόεδρος Ντανιέλ Ορτέγκα της Νικαράγουας συμφώνησαν όλοι ότι ο Κόλπος Φονσέκα θα χαρακτηριστεί ως ζώνη ειρήνης. Το Ελ Σαλβαδόρ δεν ήταν στη συνάντηση. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2012, το Ελ Σαλβαδόρ συμφώνησε σε μια τριμερή επιτροπή κυβερνητικών εκπροσώπων από το Ελ Σαλβαδόρ, την Ονδούρα, και τη Νικαράγουα που θα έπρεπε να φροντίσει τις εδαφικές διαμάχες με ειρηνικά μέσα και να βρει μια λύση μέχρι την 1η Μαρτίου 2013. Η Επιτροπή δεν συναντήθηκε μετά το Δεκέμβριο, και το Μάρτιο του 2013 ανταλλάχθηκαν σκληρές επιστολές που απειλούσαν με στρατιωτικές ενέργειες μεταξύ της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ.